αγριεύω

αγριεύω
αγρίεψα, αγριεύτηκα, αγριεμένος
1. μτβ., φοβίζω, τρομάζω: Τον αγρίεψε και κείνος μαζεύτηκε.
2. αμτβ., εξαγριώνομαι, οργίζομαι: Μόλις τ' άκουσε αγρίεψε.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • αγριεύω — αγριεύω, αγρίεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αγριεύω — (αμτβ.) 1. (για έμψυχα) εξαγριώνομαι, οργίζομαι, θυμώνω, γίνομαι απειλητικός 2. (για άψυχα και ιδιαίτερα για καιρικές συνθήκες) γίνομαι άγριος, δριμύς 3. περιέρχομαι σε άγρια κατάσταση 4. (ενεργ. και μεσ.) (για έμψυχα) φοβάμαι, τρομάζω (μτβ.) 1.… …   Dictionary of Greek

  • εξαγριεύω — [αγριεύω] 1. εξοργίζω 2. (για πληγή) ερεθίζω 3. αγριεύω, θυμώνω …   Dictionary of Greek

  • αναγριεύω — Ι. (αμτβ.) 1. ερεθίζομαι, εξαγριώνομαι 2. ταράζομαι, τρομάζω ΙΙ. (μτβ.) 1. ταράζω, εξερεθίζω 2. προξενώ φρίκη, αγριεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν(α) * + αγριεύω. ΠΑΡ. αναγρίευμα] …   Dictionary of Greek

  • επαγρεύω — ἐπαγρεύω (Μ) [επί + αγρεύω < αγριεύω] αγριεύω κάποιον περισσότερο («τὸν θυμούμενον ὁ λόγος ἐπαγρεύει», Σπανέας) …   Dictionary of Greek

  • θυμώνω — (ΑΜ θυμῶ, όω, Μ και θυμώνω) 1. (μτβ.) προκαλώ την οργή κάποιου, κάνω κάποιον να εξοργιστεί, τον εκνευρίζω, επισύρω την οργή του, τον φουρκίζω 2. (αμτβ.) (ενεργ. και μέσ. παθ.) θυμώνω, θυμώνομαι (νεοελλ. μσν.), θυμῶ, θυμοῡμαι (μσν. αρχ.)… …   Dictionary of Greek

  • ξαγριεύω — και ξαγριεύγω 1. κάνω κάποιον άγριο, εξαγριώνω, εξοργίζω, εξερεθίζω 2. εξαγριώνομαι, εξοργίζομαι («τα μάτια ξαγριέψασι, καρβούνω σπίθες βγάνου», Ερωτόκρ.) 3. καταλαμβάνομαι από φόβο, αγριεύω από φόβο 4. (για αγρό) γίνομαι χέρσος, άγριος, γεμάτος… …   Dictionary of Greek

  • αγρίεμα — το [αγριεύω] 1. άγρια έκφραση τού προσώπου, βλοσυρότητα 2. εξαγρίωση, οργή που φθάνει στα όρια τής μανίας 3. (με ενεργ. σημ.) άγρια συμπεριφορά, φοβέρα, εκφοβισμός 4. (με παθητ. σημ.) το αίσθημα φόβου που δοκιμάζει κανείς κάτω από ορισμένες… …   Dictionary of Greek

  • αγριάζω — οργίζομαι, αγριεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < μτγν. ἀγριάω, ῶ < ἄγριος. ΠΑΡ. αγρίασμα, αγριασμός] …   Dictionary of Greek

  • αγριαίνω — (AM ἀγριαίνω) [ἄγριος] 1. είμαι ή γίνομαι άγριος, αγριεύω, οργίζομαι, θυμώνω 2. ερεθίζω, προκαλώ, εξοργίζω μσν. Ι. ενεργ. (για καταιγίδα) ξεσπώ ||. μεσ. 1. εξοργίζομαι 2. για τη θάλασσα που είναι τρικυμισμένη, φουρτουνιασμένη αρχ. (για ποταμούς)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”